Η έρευνα για τις μεταφορές στην Ελλάδα

27.06.2003

Το 1ο Διεθνές Συνέδριο για την Ερευνα στις Μεταφορές στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα στις 21-22 Φεβρουαρίου 2002. Στο συνέδριο, το οποίο διοργανώθηκε από τον Σύλλογο Ελλήνων Συγκοινωνιολόγων και το Ελληνικό Ινστιτούτο Μεταφορών, συμμετείχαν περισσότεροι από 200 Έλληνες και ξένοι σύνεδροι, οι οποίοι παρουσίασαν μεθοδολογίες και αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας στον τομέα των μεταφορών

Κατά την διάρκεια του συνεδρίου τιμήθηκε, με την απονομή ειδικής πλακέτας, ο Διευθυντής Θαλασσίων Μεταφορών της Επιτροπής της ΕΕ, κ. Φώτης Καραμήτσος , για την μεγάλη συμβολή του στην προώθηση της έρευνας στις Μεταφορές τη δεκαετία 1990-2000. Ο κ. Καραμήτσος ήταν κατα την περίοδο 1989-2001, υπεύθυνος της ομάδας της Γενικής Διεύθυνσης ΧΙΙΙ που χρηματοδοτούσε την έρευνα για την εφαρμογή συστημάτων Τηλεματικής στις Μεταφορές.

Στην εναρκτήρια Συνεδρία ο Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής και Διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Μεταφορών καθηγητής ΑΠΘ κ. Γιώργος Γιαννόπουλος , επεσήμανε ότι, η έρευνα στον τομέα των Μεταφορών στην Ελλάδα σήμερα, μπαίνει σε μια νέα φάση ωριμότητας και ανάπτυξης που χαρακτηρίζεται από:

  • δημιουργία ερευνητικών υποδομών σε εθνικό επίπεδο (μια τέτοια σημαντική και αξιόλογη ερευνητική υποδομή είναι το Ελληνικό Ινστιτούτο Μεταφορών στη Θεσσαλονίκη).
  • χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων και από ελληνικές πηγές, όπως η ΓΓΕΤ και το υπουργείο Μεταφορών
  • 'ωρίμανση' των ελληνικών φορέων που ενδιαφέρονται για την έρευνα από πλευράς οργάνωσης, υλοποίησης ή/και παρακολούθησης μεγάλων ερευνητικών προγραμμάτων
  • oλοκλήρωση των ερευνητικών δραστηριοτήτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο , κυρίως με την πολιτική του Ευρωπαϊκού Χώρου Ερευνας, την οποία εγκαινιάζει ουσιαστικά η ΕΕ με το 6ο Πρόγραμμα Πλαίσιο.

Στην ίδια Συνεδρία μίλησε επίσης, ως προσκεκλημένος ομιλητής, ο ομότιμος καθ. του ΕΜΠ κ. Ι. Φραντζεσκάκης , ο οποίος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα ακολουθεί καταρχήν τις ερευνητικές προτεραιότητες που έχουν τεθεί σε διεθνές επίπεδο και ειδικότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, π.χ. οδική ασφάλεια, νέες τεχνολογίες, επίδραση στο περιβάλλον, κλπ.).

Οι ιδιαιτερότητες όμως της Ελλάδας οδηγούν και σε άλλες ερευνητικές προτεραιότητες που αναφέρονται τόσο σε διάφορους τομείς των μεταφορών (π.χ. θαλάσσιες μεταφορές λόγω της εκτεταμένης χρήσης τους και οδική ασφάλεια όπου βρισκόμαστε στην τελευταία θέση στην ΕΕ), όσο και στην ανάγκη να δοθεί έμφαση στην εφαρμοσμένη έρευνα που είναι απαραίτητη για να καθοριστούν τα κύρια εθνικά χαρακτηριστικά του τομέα των Μεταφορών και να αποφευχθεί η ανεξέλεγκτη χρήση των αποτελεσμάτων διαφόρων ερευνών άλλων χωρών.

Μιλώντας στην ίδια συνεδρίαση ο παγκοσμίου φήμης Συγκοινωνιολόγος, καθηγητής του Αμερικανικού Πανεπιστημίου ΜΙΤ, Μ. Ben Akiva, αναφέρθηκε στις εξελίξεις στην έρευνα των Μεταφορών στις ΗΠΑ τα τελευταία 30 χρόνια και στους τομείς στους οποίους επικεντρώνεται η προσπάθεια σήμερα. Οι τομείς αυτοί αφορούν κυρίως τις κάθε είδους εφαρμογές τηλεματικής στις Μεταφορές και ιδίως τις 'επιφάνειες διεπαφής' μεταξύ των χρηστών και των μηχανημάτων δηλαδή τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους οι χρήστες του συστήματος των Μεταφορών θα αξιοποιούν τις δυνατότητες που τους δίνουν οι σύγχρονες τεχνολογίες. Αλλοι τομείς είναι η διαμόρφωση νέων απλοποιημένων υποδειγμάτων για την πρόβλεψη των αναγκών για μετακινήσεις, η βελτιστοποίηση δικτύων, και η προσομοίωση και δημιουργία 'άυλων' εργαστηρίων μελέτης της κυκλοφορίας (virtual Labs).

Στο τέλος του Συνεδρίου πραγματοποιήθηκε συζήτηση στρογγυλής τράπεζας με κεντρικό θέμα ' Πόσο κοντά είναι η έρευνα στις Μεταφορές στην Ελλάδα, με την εφαρμογή και τις ανάγκες των χρηστών;' Στη συζήτηση επισημάνθηκε ότι απουσιάζουν βασικοί μηχανισμοί εφαρμογής της έρευνας στους περισσότερους φορείς και υπουργεία, ώστε να μπορούν να ενσωματωθούν τα αποτελέσματά της στις πολιτικές και τις ενέργειες που λαμβάνονται από τους φορείς λήψης αποφάσεων.

Επίσης, ότι χρειάζεται συνεχής και συστηματική προσπάθεια , τόσο από τους ερευνητές οι οποίοι θα πρέπει να αναδεικνύουν την πρακτική διάσταση των αποτελεσμάτων της έρευνάς τους, με πλήρη αναγνώριση των αναγκών των 'χρηστών', όσο και από τους φορείς διαμόρφωσης πολιτικής οι οποίοι θα πρέπει να ενδιαφέρονται και να ζητούν πρακτικές αποτιμήσεις και αποτελέσματα τα οποία θα ενσωματώνονται εύκολα στις διαμορφούμενες πολιτικές και μέτρα. Καθολική τέλος ήταν η αναγνώριση της σημασίας του Συνεδρίου και η ανάγκη καθιέρωσής του, κάθε δύο χρόνια, ώστε να αποτελέσει θεσμό στην ελληνική πραγματικότητα.